- προπροκαταΐγδην
- προ-προ-κατ-αΐγδην, adv., vorwärts herabfahrend
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
προπροκαταίγδην — rushing down and onward indeclform (adverb) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
προπροκαταΐγδην — Α επίρρ. (για πλοίο) με πολύ ορμητική πλεύση προς τα εμπρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < προπρό + καταΐγδην «ορμητικά, σφοδρά»] … Dictionary of Greek